Το ποδόσφαιρο μπορεί κάποιος να το αγαπά κι άλλος να το μισεί. Με το ποδόσφαιρο μπορεί κανείς να ασχολείται αφιερώνοντας όλη τη ζωή του, κι άλλος να μην έχει πατήσει ποτέ του σε γήπεδο. Όποια σχέση όμως κι αν έχει κανείς με το ποδόσφαιρο ως «παιχνίδι», όποια άποψη κι αν έχει για αυτό το «σημαντικότερο από τα ασήμαντα πράγματα αυτού του κόσμου», όπως λέει ο Μπομπερζέ, εφόσον θεωρεί τον εαυτό του σκεπτόμενο άνθρωπο, δεν έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί για το ποδόσφαιρο ως «κοινωνικό φαινόμενο».
Μια πολιτική δραστηριότητα
Το ποδόσφαιρο είναι κοινωνικό φαινόμενο. Αυτός ακριβώς ο λόγος το καθιστά πεδίο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται, το αντιλαμβάνονται για λογαριασμό του άλλοι. Καλό είναι να ρίξει κανείς μια ματιά για να δει ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι:
■Οι πολυεθνικές που τζιράρουν ετησίως πάνω από 1 τρισ. δολάρια στη «βιομηχανία» του ποδοσφαίρου, καθιστώντας την ισχυρότερη από τη «βιομηχανία» ναρκωτικών και το εμπόριο λευκής σαρκός.
■Οι κυβερνήσεις που διακινούν πλευρές της τρέχουσας πολιτικής τους δραστηριότητας μέσω του ποδοσφαίρου.
Αυταρχικά καθεστώτα που επιδιώκουν να εξωραΐσουν το προφίλ τους και να ελέγξουν το εσωτερικό τους με μοχλό και την μπάλα.
Μηχανισμοί του θεάματος και της συνακόλουθης ιδεολογίας που προωθούν επιλογές τους «παίζοντας» με το ποδόσφαιρο.
Μια δραστηριότητα που κινητοποιεί δισεκατομμύρια ανθρώπους είναι τελικά μια βαθιά πολιτική δραστηριότητα με την έννοια της κίνησης των μαζών. Κι ως γνωστόν, τα όποια πολιτικά αποτελέσματα παράγονται, ακριβώς, από τον προσανατολισμό της κίνησης (ή της ακινησίας) των μαζών. Το ποιος λοιπόν διοικεί, ποιος ελέγχει και ποιος κατευθύνει το ποδόσφαιρο, δεν είναι καθόλου αμελητέο ζήτημα ως προς το πού προσανατολίζεται αυτή η κίνηση, άρα ποιος ωφελείται και ποιος χάνει από αυτήν.
Διαδικασία απελευθέρωσης
Ο αθλητισμός γενικά, το ποδόσφαιρο ειδικότερα, άπτεται της στρατηγικής σημασίας που έχει για κάθε άνθρωπο, σε κάθε εποχή -πολύ περισσότερο δε για το σημερινό άνθρωπο τη σημερινή εποχή- αυτό που ονομάζεται «ελεύθερος χρόνος».
Η στρατηγική σημασία του ελεύθερου χρόνου είναι αυτονόητη από την εποχή που ο Σπάρτακος έκανε εξέγερση ενάντια στους τυράννους που διοργάνωναν τις Ολυμπιάδες κι από την εποχή που οι εργάτες ζητούσαν οκτάωρο στο Σικάγο απεργώντας ενάντια στους προγόνους των σημερινών ιδιοκτητών της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Με άλλα λόγια, για να παίξεις μπάλα, δεν είναι δυνατόν να δουλεύεις 10 ή 12 ώρες, να τρέχεις από το σχολείο στο φροντιστήριο και να ζεις κάπου μεταξύ ανεργίας, εργασιακής ανασφάλειας και ημιαπασχόλησης.
Το δικαίωμα της ξεκούρασης και της ψυχαγωγίας, το δικαίωμα της διασκέδασης και της άθλησης, το δικαίωμα να παίζεις μπάλα είναι ουσιαστικά το δικαίωμα της απελευθέρωσης. Ο Αλτουσέρ περιγράφοντας τις πρώτες η μέρες της απελευθέρωσης από τους Γερμανούς, δίνει την εξής εικόνα: «φτιάχτηκαν ζευγάρια… μάθημα αγγλικά και ρωσικά στους νεαρούς Γερμανούς και τις νεαρές Γερμανίδες… παίζαμε ποδόσφαιρο και θέατρο με αληθινές γυναίκες. Κάθε μέρα ήταν Κυριακή, δηλαδή ο κομμουνισμός».
Καθρέφτης της οικονομίας
Ένας Άγγλος θεωρητικός έλεγε το εξής απλό: «Όποιος θέλει να δει και να καταλάβει τον τρόπο κίνησης της οικονομίας μιας χώρας, δεν έχει παρά να δει τον τρόπο κίνησης, δομής και λειτουργίας του ποδοσφαίρου στη χώρα αυτή».
Ένα παράδειγμα: στη Γαλλία των 80 εκατ. ανθρώπων, στη Γαλλία του Κοπά και του Πλατινί, στη Γαλλία του ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου των δύο Ευρωπαϊκών Κυπέλλων και της σχεδόν συνεχούς παρουσίας της εθνικής της ομάδας σε όλες τις διεθνείς ποδοσφαιρικές διοργανώσεις, υπάρχουν χίλιες περίπου ποδοσφαιρικές ομάδες. Στην Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, υπάρχουν πάνω από 5 χιλιάδες ποδοσφαιρικά σωματεία. Ο αλτρουισμός και η ανιδιοτελής αγάπη πολλών ανθρώπων για το ποδόσφαιρο δεν δικαιολογούν αυτόν τον υπερμεγέθη πληθωρισμό σωματείων, άρα και «παραγόντων». «Τι Λοζάννη, τι Κοζάνη», καπιταλισμός εκεί, καπιταλισμός κι εδώ, αλλά εδώ, στον καπιταλισμό των θαλασσοδανείων, πρέπει να λάβουμε υπόψη μία ακόμα παράμετρο: Πέραν της φαιδράς πορτοκαλέας, όταν μιλάμε για το ποδόσφαιρο, ευδοκιμεί ο καπιταλισμός που έχει «Ρίγκο» και «Κοκκαλιάρη», έχει το «Μπάρμπα- Θωμά» και τον «Περίεργο», έχει τον «Τίγρη» και τον «Θείο», έχει τον «Αγαπούλα» και τον «Χονδρό»… «Πιπεράτα» προσωνύμια για ευυπόληπτους επιχειρηματίες και ευρέως αναγνωρίσιμες φιγούρες της «χάι σοσάιτι» που διαχειρίζονται τις τύχες των ομάδων τους και του ελληνικού ποδοσφαίρου. Και τι σύμπτωση! Εκτός από το ποδόσφαιρο, όλοι αυτοί και οι ομόσταβλοί τους διαχειρίζονται τις τηλεπικοινωνίες, το πετρέλαιο, τις τράπεζες, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης σε αυτήν τη χώρα. Κατά τη διάρκεια, δε, αυτής της διαχείρισης, παλαιότερα, έπεφτε και καμία πιστολιά. Τώρα οι αντιμαχόμενοι περιορίζονται σε ανταλλαγές αγωγών και μηνύσεων.
Η σφραγίδα της κερκίδας
Θα πει κανείς: μήπως πρέπει να διαλέξουμε από τον καπιταλισμό της παράγκας, των λαμογιών και της αρπαχτής, τον κυριλάτο καπιταλισμό της Γαλλίας; Ή μήπως εκεί δεν υπάρχουν «Κοσκοτάδες», όπως ο Ταπί ή οι Μπερλουσκόνηδες της Ιταλίας, οι «κύριοι» που στήνουν αγώνες όπως στη Γερμανία; Όποιος νομίζει ότι αυτό είναι το δίλημμα, να διαλέξουμε τον δήθεν καλό από τον κακό καπιταλισμό, μοιάζουν με εκείνους που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν αν η μπάλα είναι στρογγυλή ή τετράγωνη.
Σε αντίθεση με τους ανοργασμικούς και τους δυσκοίλιους, τους διάφορους βαρύγδουπους διανοούμενους, που συχνά υποδύονται τους προοδευτικούς και στολίζουν το ποδόσφαιρο με χαρακτηρισμούς όπως «όπιο του λαού», «υπνοστεντόν», «όργανο παθητικοποίησης», «αφιόνι», «συγκινησιακή πανούκλα» (πρόκειται για εκείνο το είδος διανόησης που απεχθάνεται το λαό και οτιδήποτε λαϊκό, άρα και το ποδόσφαιρο, και που τελικά η απέχθεια της για το ποδόσφαιρο είναι μια διαμεσολαβημένη έκφραση της απέχθειάς της προς το λαό), συμπαρατασσόμενοι με τον Βένεϊμπλς που μιλούσε για το «ποδόσφαιρο – μπαλέτο της εργατικής τάξης», εκείνο που λέμε είναι τούτο:
Δεν είναι μοιραία η καπηλεία του λαϊκότερου, δημοφιλέστερου και δημοκρατικότερου παιχνιδιού από το παγκόσμιο και πολυπλόκαμο δίκτυο που απαρτίζεται από τις πολυεθνικές, τη μαφία του ποδοσφαίρου, τον υπόκοσμο και τους μεγαλο-παράγοντες της διαπλοκής.
Όσο κι αν βρισκόμαστε σε μια φάση οριακή, που το ποδόσφαιρο βρίσκεται στα χέρια μιας σούπερ κλίκας, που η μόνη επιλογή που μας αναγνωρίζει φαίνεται να είναι είτε ανάμεσα στον ευυπόληπτο μπιζνεσμαν πρόεδρο είτε στον «καταφερτζή» που έχει τα «μέσα», επιμένουμε: Το ποδόσφαιρο είναι πεδίο διεκδίκησης όπου η κερκίδα μπορεί να βάλει τη σφραγίδα της, αποκαθηλώνοντας από το ιερατείο της «στρογγυλής θεάς» τον εκάστοτε πρόεδρο της εκάστοτε ΠΑΕ.
Μιλάμε ουσιαστικά για τη διεκδίκηση να παίζουμε μπάλα με τους κανόνες μιας άλλης κοινωνίας, εκεί που το ποδόσφαιρο θα διδάσκει την έννοια «της ηθικής και του καθήκοντος», όπως έλεγε ο (τερματοφύλακας) Αλμπέρτ Καμί. Μια κοινωνία στα γήπεδα της οποίας θα παίζεται ένα άλλο ποδόσφαιρο, απαλλαγμένο από τα χρεόγραφα της αγοράς, από τα λιοντάρια της τηλεοπτικής αρένας και από τους μεγιστάνες του κεφαλαίου. Ένα, ποδόσφαιρο που θα είναι τόσο πολύτιμο και όμορφο, τόσο σημαντικό και αθώο όσο η εικόνα ενός παιδιού όταν παίζει μπάλα.
‘Αρθρο του Νίκου Μπογιόπουλου από τον ελεύθερο τύπο 7/6/2008
Αρχειοθετήθηκε ως : Όλα


